Η ιστορία της περιοχής

Η ιστορία της περιοχής του Άθω είναι λαμπρή και αριθμεί 4.000 χρόνια : από τον Ξέρξη στο Θουκυδίδη, από τον Αριστοτέλη στο Μέγα Αλέξανδρο και από κει στα χρόνια του Βυζαντίου και μετά στους ένδοξους αγώνες για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.

 

Πρώτη ιστορική μας στάση η πόλη της Αρναίας, που αναφέρεται στο Θουκυδίδη με την ονομασία Άρνη, από την οποία πέρασε ο Βρασίδας, στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για λόγους που δε γνωρίζουμε, η αρχαία εκείνη πόλη καταστράφηκε και στους επόμενους αιώνες στη θέση της δημιουργήθηκαν άλλοι οικισμοί. Στα κατάστιχα του οθωμανικού κράτους μέχρι και το 1478 καταχωρείται ως καλλιεργήσιμη γη (mezraa) του Παλαιοχωρίου, η οποία και δεν είχε κατοίκους. Μεταξύ του 1478 και του 1519 εξελίχθηκε σε χωριό χριστιανικό και από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να αναφέρεται σε πηγές ως μέλος των περίφημων Μαντεμοχωρίων. Οι κάτοικοί της έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821, ενώ έδωσαν ηχηρό παρόν και στο Μακεδονικό Αγώνα. Μέχρι το 1928 το χωριό ονομαζόταν Λιαριγκόβη.

Στα Μαντεμοχώρια επίσης ανήκε και το Παλαιοχώρι : οι κάτοικοι του με βάση τα δεδομένα των οθωμανικών φορολογικών κατάστιχων από το 1478 μέχρι και το 1568 καταγράφονται ως εργάτες του μεταλλείου των Σιδηροκαυσίων. Η περιοχή του Νεοχωρίου αναφέρεται από το 19ο αιώνα ως έκταση κοντά στο Yenikoy (τούρκικα) ή στο Novoselo (σλάβικα), το οποίο πιθανώς ονομάστηκε έτσι σε αντιδιαστολή με το γειτονικό Παλαιοχώρι. Το 1793 πέρασε από το Παλαιοχώρι ο Γάλλος Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, κ. Espirit m. Cuisinery. Στο Voyage dans la Makedonie περιγράφει έναν δυναμικό οικισμό και κλείνει την τρισέλιδη αναφορά του στο Παλαιοχώρι και στον Παλαιοχωρινό, ο οποίος τον φιλοξένησε, με την ιστορική ρήση «[…]με μεγάλη μου λύπη αποχωρίστηκα από αυτόν τον Έλληνα[…]». Το Παλαιοχώρι καταστράφηκε ολοσχερώς μετά την επικράτηση των Τούρκων. Αξίζει βέβαια να σταθεί κανείς στο γεγονός ότι στο χωριό έζησε ο Γιώργος Ζορμπάς (1867-1942), το πρόσωπο από το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης εμπνεύστηκε το έργο του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (πρ. εκδ. στα γαλλικά, Editions du Chene, 1947, πρ. εκδ. στα ελληνικά, Δίφρος, 1955).

Στην τοποθεσία Ρετσίνη της Βαρβάρας (κοντά στα προαναφερόμενα χωριά) ανακαλύφθηκε νόμισμα της εποχής του αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518 μ.Χ.), μαζί με παλαιοχριστιανικά λυχναράκια από πηλό και γυναικεία σκουλαρίκια από ασήμι. Τα κτίσματα αυτά καταστράφηκαν από τους Σλάβους κατά την παρακμή του Βυζαντίου και εγκαταλείφθηκαν με την εγκατάσταση των Γιουρούκων στην περιοχή, γύρω στον 14ο αιώνα. Χαλάσματα αλλά και μεγάλα πιθάρια έχουν βρεθεί διάσπαρτα σε διάφορες τοποθεσίες (Γλαβίνα, Δρεβενίκος, Ζέρναβο), ενώ τρία κάστρα περιτριγύριζαν το χωριό, με σκοπό να προστατεύουν τις δραστηριότητες επεξεργασίας του μεταλλεύματος κλείνοντας τρία περάσματα: προς την Εγνατία οδό και τις λίμνες, προς την Ολυμπιάδα και προς την Αρναία, τα Στάγειρα και την Ιερισσό.

Η περιοχή γνώρισε μέρες ακμής από το 1530 και έπειτα, αφότου δηλαδή ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α’ αναδιοργάνωσε τα μεταλλεία της αυτοκρατορίας. Υπολογίζεται ότι στα μέσα του 16ου αιώνα κάθε μήνα ο σουλτάνος έπαιρνε από τα μεταλλεία κατά μέσο όρο μετάλλευμα αξίας 18.000 – 30.000 περίπου χρυσών νομισμάτων. Τόσος ήταν ο πλούτος της περιοχής, που στα Σιδηροκαύσια υπήρχε νομισματοκοπείο αργυρών νομισμάτων, το οποίο μάλιστα λειτουργούσε από την εποχή του Μουράτ Β’ (1421-1451). Στα Μαδεμοχώρια, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας παρατηρήθηκε συρροή ατόμων διαφόρων εθνοτήτων: Ελλήνων, Σέρβων, Τούρκων, Κροατών, Γερμανών, Εβραίων, ιδίως Βουλγάρων μεταλλωρύχων, για την εκμετάλλευση των εκεί μεταλλείων. Τα χωριά ήταν δώδεκα : Γαλάτιστα, Βάβδος, Ραβνά, Στανός, Βαρβάρα, Λιαρίγκοβη, Νοβοσέλο, Μαχαλάς, Ίσβορος, Χωρούδα, Ρεβινίκια (Μ.Παναγία) και Ιερισσός. Από ένα φιρμάνι του Απριλίου του 1705, μαθαίνουμε ότι οι ραγιάδες των Μαδεμοχωρίων ζήτησαν να παραχωρηθεί σ’ αυτούς η εκμετάλλευση του μεταλλείου, υπό τον όρο να πληρώνονται τα ημερομίσθιά τους με την υποχρέωση: «…να φυλάξουν το μεταλλείον τούτο και τα εξαρτήματά του από την προσβολήν των επικατάρατων εχθρών και από δολίας ενεργείας των ιδίων, εις τρόπον ώστε ουδείς να ζημειώσει ή να επιφέρει βλάβην εις αυτό…Εάν οι καταχθόνιοι εχθροί ήθελαν πιθανώς προξενήσει βλάβας και ζημείας εις το μεταλλείον και στα εξαρτήματά του και τούτο κατεστρέφετο ή ειρημούτο, δέχονται να εισπραχθούν παρ αυτών όλα τα υπό του δημοσίου καταβληθέντα μέχρι τούδε χρηματικά ποσά δια την βελτίωσιν του μεταλλείου». Τα προνόμια που κατά καιρούς είχαν δοθεί στους μεταλλωρύχους ανανεώθηκαν, όπως προκύπτει από ένα άλλο φιρμάνι του 1733, που απευθύνεται προς τον Καδή της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτό, οι κάτοικοι των Μαδεμοχωρίων: «…ήταν απηλλαγμένοι φόρων και δεν έπρεπε να ζητώνται παρ’ αυτών παράτων βαλίδων της Ρούμελης και των μουτεσαριφών της Θεσσαλονίκης εν καιρώ ειρήνης και εν καιρώ πολέμου συνδρομαί εκστρατείας, τέλη επιθεωρήσεως εκκλησιών και βιγλών, έξοδα βιλαετίου και υπό άλλας προφάσεις χρήματα, μηδέ να προσάγωνται εις την Θεσσαλονίκην αλλά δια του διευθυντού του μεταλλείου να δικάζονται ενώπιον του ιεροδίκου του δήμου Μαντεμοχωρίων». Στη περιοχή είχε την έδρα του αξιωματούχος, ο οποίος είχε στην διάθεσή του στρατιωτική δύναμη για τη φύλαξη του μεταλλείου αλλά, παρά την πολιτική και αστυνομική εξουσία που εξασκούσε, δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά της Κοινότητας. Καθένα από τα δώδεκα χωριά είχε τη δική του ξεχωριστή κοινοτική διοίκηση και όλα μαζί εξέλεγαν δώδεκα προεστούς (έναν από κάθε χωριό) και αυτοί τους τέσσερις «βεκελίδες», που συγκροτούσαν την κεντρική διοίκηση. Η σημαία της επανάστασης υψώθηκε στα Μαντεμοχώρια στις 3 Ιουνίου του 1821.

Σε ό,τι αφορά το όνομα της Στρατονίκης, πιστεύεται ότι οφείλεται στο όνομα της αδερφής του βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα, ο οποίος έκτισε την πόλη Στρατονικεία προς τιμήν της. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό αναπτύχθηκε σημαντικά εξαιτίας της παραγωγής ορυκτών.

Το δε Στρατώνι κατοικούνταν από τα αρχαιότατα χρόνια, με τη μεταλλευτική του δραστηριότητα να ανάγεται στο 600 π.Χ. περίπου.

Το ιστορικό μας ταξίδι φτάνει στην Ιερισσό, που στην αρχαιότητα ονομαζόταν Άκανθος. Η αρχαία Άκανθος βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της Ακτής, δηλ. της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής. Ο Θουκυδίδης την αναφέρει στα έργα του, ενώ ο Πλούταρχος τη θεωρεί μεικτή αποικία Ανδρίων και Χαλκιδέων, που ιδρύθηκε στην «Ακτή του Δράκοντος», στη θέση προϋπάρχοντος πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο και τα αρχαιολογικά δεδομένα, πιθανή χρονολογία ίδρυσής της είναι το 655 π.Χ. Οι οικονομικοί πόροι της προέρχονταν από τον ορυκτό και δασικό της πλούτο αλλά και τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα που διακινούνταν από το αξιόλογο λιμάνι της. Την ανάπτυξή της στην αρχαϊκή περίοδο αντανακλά η μεγάλη κυκλοφορία νομισμάτων, που αρχίζει γύρω στο 530 π.Χ. με έμβλημα το ταυροκτόνο λιοντάρι (είναι γνωστοί τουλάχιστον 92 τύποι νομισμάτων). Από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., τα ιστορικά στοιχεία τη συσχετίζουν με τους Περσικούς Πολέμους. Ως ελεύθερη πόλη η Άκανθος αρχικά ήταν μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας και αργότερα της Σπαρτιατικής. Στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., σε περίοδο μεγάλης ακμής, αντιτάχθηκε και δεν προσχώρησε ποτέ στη Χαλκιδική Συμμαχία. Το 348 π.Χ. κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες χωρίς όμως να καταστραφεί. Αργότερα ενσωματώθηκε στην περιοχή της Ουρανούπολης, στη νέα πόλη που ιδρύθηκε στον ισθμό, ανάμεσα στο Στρυμονικό και στο Σιγγιτικό κόλπο, από τον Αλέξαρχο, τον αδελφό του Κασσάνδρου. Σύμφωνα με το Λίβιο, γύρω στο 200 π.Χ. η Άκανθος πολιορκήθηκε από τους Ρωμαίους, που αξιοποίησαν, όπως φαίνεται, τις φυσικές πηγές πλούτου και το λιμάνι της. Η ζωή της Ακάνθου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια των βυζαντινών μέχρι τα νεότερα χρόνια. Η αρχαία πόλη εκτείνεται σε γραφική λοφοσειρά, 600 μέτρα περίπου νοτιοανατολικά από τον οικισμό της Ιερισσού, όπου διατηρούνται λείψανα των τειχών, ένα εντυπωσιακό τμήμα της ακρόπολης, διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και οικοδομικά απομεινάρια ελληνιστικών χρόνων. Στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο σώζονται μία ερειπωμένη βυζαντινή εκκλησία και δύο μεταβυζαντινές. Η Άκανθος δεν έχει ανασκαφεί ακόμη συστηματικά αντίθετα με τη νεκρόπολη, που η έρευνά της άρχισε από το 1973. Ιδιαίτερα εκτεταμένος ο χώρος του νεκροταφείου κατέχει το παράλιο τμήμα της Ιερισσού και αριθμεί μέχρι σήμερα περισσότερους από 600 τάφους, που χρησιμοποιήθηκαν μια μεγάλη χρονική περίοδο, από την αρχαϊκή εποχή μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια, και στη συνέχεια, ίσως με κάποιες διακοπές, μέχρι το 17ο αι. Οι τάφοι εκτείνονται σε δύο ή τρία τουλάχιστον επάλληλα στρώματα, είτε σε μικρό βάθος, στο στρώμα του χώματος, είτε σε μεγαλύτερο, στην άμμο. Η διάταξη των τάφων είναι συνήθως παράλληλη στη γραμμή του αιγιαλού. Ο προσανατολισμός των νεκρών είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, από νοτιοανατολικά (κρανίο νεκρών- στόμιο αγγείων) προς βορειοδυτικά. Στην Άκανθο ενήλικες και παιδιά θάβονται στον ίδιο χώρο σύμφωνα με τα γνωστά ταφικά έθιμα της αρχαιότητας, στα οποία κυριαρχεί ο ενταφιασμός. Χρησιμοποιούνται διάφορα είδη τάφων, όπως ορθογώνιοι λάκκοι είτε απλοί είτε επενδεδυμένοι με πηλό ή πήλινες λάρνακες, συνήθως ακόσμητες, μερικές φορές όμως με ανάγλυφη ή ζωγραφική διακόσμηση, κιβωτιόσχημοι τάφοι, κεραμοσκεπείς και εγχυτρισμοί, δηλαδή ταφές μέσα σε πίθους ή μικρότερα αγγεία- αμφορείς, υδρίες, στάμνοι, που αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό βρεφικών ή παιδικών ταφών. Τα κτερίσματα, που συνήθως είναι τοποθετημένα μέσα στους τάφους δίπλα ή επάνω στους νεκρούς, είναι πολυάριθμα και ποικίλα : ανάμεσά τους υπερτερούν τα πήλινα αγγεία, είτε για τροφή στερεή ή υγρή. Πολλές φορές τα κτερίσματα, που συνοδεύουν τους νεκρούς αποτελούσαν και τα προσωπικά τους αντικείμενα ή σχετίζονταν με τα επαγγέλματα και τις προσωπικές τους ασχολίες, όπως κοσμήματα, περόνες, πόρπες, καθρέφτες, στλεγγίδες, βελόνες, αγκίστρια, κλαδευτήρια, μαχαίρια. Όπλα αποκαλύπτονται σπάνια. Πολύ συχνά, στις γυναικείες και στις παιδικές ιδιαίτερα ταφές, υπάρχουν πήλινα ειδώλια, που απεικονίζουν χθόνιες θεότητες, διάφορες γυναικείες ή ανδρικές μορφές, ηθοποιούς, ερωτιδείς, ζώα. Τα ευρήματα παρουσιάζουν πλατιά τυπολογία και προέλευση. Αντιπροσωπεύονται διάσημα εμπορικά κέντρα του αρχαίου κόσμου και διάφορα εργαστήρια, ενώ είναι αισθητή η παράλληλη ανάπτυξη και της τοπικής παραγωγής. Συγγενικά ταφικά έθιμα, παρόμοιοι τύποι ταφών και ευρήματα απαντούν σε πολλά άλλα νεκροταφεία των αρχαίων πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης και φανερώνουν επιδράσεις, επαφές και εμπορικές συναλλαγές τόσο με την ελληνόφωνη Ανατολή όσο και με γνωστά κέντρα του νησιώτικου χώρου, την Εύβοια, την Αθήνα, την Κόρινθο και τη Βοιωτία. Οι Ακάνθιοι συμμάχησαν αρχικά με τους Πέρσες, μετά με τους Αθηναίους και κατόπιν με τους Σπαρτιάτες. Το 199 π.Χ. την πόλη λεηλάτησαν οι Ρωμαίοι, οι οποίοι την μοίρασαν σε λεγεωνάριους. Κάποια εποχή οι Ρωμαίοι ήταν οι μόνοι κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι την ονόμασαν Ericius, δηλαδή Ερισσός και αργότερα έγινε Ιερισσός. Οι ανασκαφές στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 25 περίπου χρόνια στο νεκροταφείο της Ακάνθου, ακριβώς πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η σημερινή Ιερισσός. Έχουν ερευνηθεί περισσότεροι από 9.000 ελληνιστικοί και κλασσικοί τάφοι και τα περισσότερα ευρήματα βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου.

Στα βόρεια της περιοχής, στο χωριό Ολυμπιάδα βρίσκονται τα ευρήματα της ελληνιστικής πόλης των Σταγείρων, της γενέθλιας πόλης του Αριστοτέλη. Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στο 655 π.Χ. από Ίωνες αποίκους της νήσου Άνδρου, ενώ λίγο αργότερα έφθασαν σε αυτήν και άποικοι από τη Χαλκίδα. Μετά τους Περσικούς Πολέμους τα Στάγειρα έγιναν μέλος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας, συνεισφέροντας στο κοινό ταμείο. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού όμως Πολέμου και πιο συγκεκριμένα το 424 π.Χ., η πόλη αποστάτησε από τους Αθηναίους και συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες. Το γεγονός εξόργισε τους Αθηναίους, οι οποίοι κι έσπευσαν να την πολιορκήσουν δίχως όμως αποτέλεσμα. Αργότερα τα Στάγειρα προσχώρησαν στο «Κοινό των Χαλκιδέων», στη συνομοσπονδία δηλ. όλων των πόλεων της Χαλκιδικής, που είχε έδρα την Όλυνθο. Το 349 π.Χ. η πόλη πολιορκήθηκε και στη συνέχεια υπέκυψε στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β΄, ο οποίος την κατέστρεψε ολοσχερώς, για να την επανιδρύσει λίγα χρόνια αργότερα προς τιμήν του Αριστοτέλη. Φαίνεται όμως ότι η καταστροφή αυτή σηματοδότησε την αρχή της παρακμής της. Ο γεωγράφος Στράβων, που έζησε στα χρόνια του Χριστού, σημειώνει ότι στην εποχή του τα Στάγειρα ήταν ήδη ερημωμένα. Χίλια περίπου χρόνια αργότερα στην ίδια θέση αναφέρεται η ύπαρξη μικρού μεσαιωνικού κάστρου, που έφερε το όνομα «Λιβασδιάς» και αργότερα «Λιψάσδα». Στο κάστρο αυτό ανήκουν προφανώς τα λίγα κτίσματα στην κορυφή του Βόρειου Λόφου, καθώς και το βυζαντινό τείχος που φράσσει στην αρχή του τον ίδιο λόφο.

Φτάνοντας στα Νέα Ρόδα, το χωριό που ιδρύθηκε το 1923 στη θέση «Πρόβλακας» από πρόσφυγες προερχόμενους από τα Ρόδα της Προποντίδας, αντικρίζουμε το 1.800 μέτρων στενότερο κομμάτι της χερσονήσου, από το οποίο το 486 π.Χ. «πέρασε» το στόλο του Ξέρξης, προκειμένου να κατακτήσει την Ελλάδα.

Η Ουρανούπολη ιδρύθηκε το 315 π.Χ. από τον Αλέξαρχο, τον αδερφό του Κάσσανδρου, ο οποίος την οικοδόμησε πάνω στα ερείπια της αρχαίας Σάνης, που είχε καταστραφεί από το Φίλιππο Β΄. Σε νομίσματα που έχουν βρεθεί αναγράφονται οι λέξεις «Ουρανίας Πόλεως» και «Ουρανιδών Πόλεως», με τη μορφή της θεάς Ουρανίας Αφροδίτης. Υπήρξε Μετόχι και κτήμα της Μονής Βατοπεδίου. Στα νοτιοδυτικά του χωριού βρίσκεται ο Πύργος της Ουρανούπολης, που χρονολογείται από το 14ο αιώνα. Μετά το 1922 στον Πύργο κατοίκησαν πρόσφυγες κυρίως από την Προποντίδα αλλά και το ζεύγος Lock (το 1928), το οποίο και τους περιέθαλπε. Η Ουρανούπολη έλαβε τη σημερινή της ονομασία γύρω στα 1960.

Το Γομάτι οφείλει το όνομά του σε πρόσφυγες του όρμου Γοματίου της Λήμνου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή οφείλεται στον επιστάτη Γόματο, ο οποίος επέβλεπε την περιοχή υπό τη Διοίκηση του Αγίου Όρους. Το χωριό αποτελούσε Μετόχι των Ιερών Μονών Ιβήρων και Ξηροποτάμων.

Τα Πυργαδίκια ιδρύθηκαν από πρόσφυγες, έπειτα από το 1922, οι οποίοι κατάγονταν από το χωριό Αφθονή. Το χωριό είναι κτισμένο στη θέση αρχαίας πόλης, με το όνομα Πίλωρος. Η ονομασία του χωριού μάλλον προέρχεται από τον «αγρό της περί Γαρδικείας», όπως αναφέρεται σε έγγραφα της Μονής Δοχειαρείου του Αγίου Όρους το 1057.

Βιβλιογραφία – Πηγές:  Βικιπαίδεια διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια

Contact Us

We're not around right now. But you can send us an email and we'll get back to you, asap.